φιλύποπτος

φιλύποπτος
η , ο [ος , ον ] недоверчивый, склонный к подозрениям, подозрительный; мнительный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φιλύποπτος" в других словарях:

  • φιλύποπτος — η, ο, Ν αυτός που υποπτεύεται εύκολα, καχύποπτος, δύσπιστος. επίρρ... φιλυπόπτως και φιλύποπτα Ν με φιλύποπτο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + ύποπτος] …   Dictionary of Greek

  • φιλύποπτος — η, ο επίρρ. α αυτός που εύκολα ή διαρκώς υποπτεύεται τους άλλους, καχύποπτος, δύσπιστος, ανέμπιστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γερανός — I (Ζωολ.). Γένος μακροτάρσων πτηνών της οικογένειας των γερανιδών. Στην Ευρώπη είναι γνωστός ο γ. ο τεφρός με ύψος περίπου 1,50 μ. και άνοιγμα πτερύγων περίπου 2,50 μ. Το σώμα του στηρίζεται σε δύο μακριά και λεπτά πόδια, που καταλήγουν σε… …   Dictionary of Greek

  • ενύποπτος — ἐνύποπτος, ον (Α) 1. δύσπιστος, φιλύποπτος, καχύποπτος 2. ύποπτος …   Dictionary of Greek

  • ευανάστροφος — εὐανάστροφος, ον (Α) 1. αυτός που στρέφεται εύκολα πίσω, άστατος, επιπόλαιος 2. φιλύποπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ανα στροφος (< ανα στρέφω)] …   Dictionary of Greek

  • καχυπότοπος — καχυπότοπος, ον (Α) καχύποπτος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < καχ(ο) (πρβλ. κακ[ο] *, με τροπή τού κ σε χ προ δασέος φθόγγου) + ὑπότοπος «φιλύποπτος»] …   Dictionary of Greek

  • καχύποπτης — καχύποπτης, ὁ (Μ) ο καχύποπτος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < καχ(ο) (πρβλ. κακ[ο] *) + ὑπόπτης «φιλύποπτος»] …   Dictionary of Greek

  • καχύποπτος — και καχύποφτος, η, ο (ΑΜ καχύποπτος, ον) αυτός που υποψιάζεται πάντοτε το κακό, ακόμη και όταν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος, ο φιλύποπτος. επίρρ... καχύποπτα και καχυπόπτως (Μ καχυπόπτως) με καχυποψία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καχ(ο) (πρβλ. κακ[ο] *, με τροπή… …   Dictionary of Greek

  • πονηρός — ή, ό / πονηρός, ά, όν, ΝΜΑ 1. (με ηθ. σημ.) ο κακός στην εσωτερική του φύση, αυτός που ρέπει προς την απάτη, πανούργος, δόλιος 2. το αρσ. ως ουσ. ο πονηρός ο διάβολος, ο σατανάς 3. το ουδ. ως ουσ. το πονηρό(ν) πονηρία, κακό 4. φρ. «πονηρά… …   Dictionary of Greek

  • υπονοητικός — ή, όν, Α [ὑπονοῶ] φιλύποπτος, καχύποπτος …   Dictionary of Greek

  • υπόπτης — και δωρ. τ. ὑπόπτας, ὁ, Α 1. φιλύποπτος 2. (για άλογο) αυτός που σκιάζεται εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + οπτης (< θ. οπ τού ὄπωπα*), πρβλ. ὑπερ όπτης] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»